Στο σαλόνι ενός παλιού σπιτιού υπήρχε ένα μεγάλο ξύλινο ρολόι που χτυπούσε κάθε ώρα με έναν βαθύ ήχο. Ο μικρός Αντρέας συνήθιζε να κάθεται μπροστά του και να παρατηρεί τους δείκτες που κινούνταν αργά. Μια μέρα, καθώς το κοίταζε προσεκτικά, πρόσεξε ότι ο ήχος άλλαζε ελαφρά κάθε φορά που σκεφτόταν κάτι διαφορετικό. Στην αρχή πίστεψε ότι ήταν σύμπτωση, όμως σύντομα άρχισε να το δοκιμάζει. Όσο πιο ήρεμος ήταν, τόσο πιο καθαρός ακουγόταν ο ήχος. Όταν ένιωθε άγχος, ο ήχος γινόταν πιο αδύναμος. Ο Αντρέας κατάλαβε ότι το ρολόι δεν άλλαζε πραγματικά, αλλά τον βοηθούσε να προσέχει καλύτερα τα συναισθήματά του.